Ναυαγός στο νοσοκομείο

ναυαγός στην εφημερία. Wilson. Eidikeyomenoi eidikeuomenoi

“Ξυπνάς το πρωί, έχεις χάσει τις μέρες και δεν ξέρεις αν ξύπνησες στο σπίτι σου ή στο νοσοκομείο ( το δεύτερο σπίτι σου). Κοιτάς γύρω σου, είσαι σπίτι. Σηκώνεσαι βιαστικά να βουρτσίσεις δόντια, να ξυριστείς, να φτιάξεις την τσάντα σου . Για πρωινό ούτε λόγος. Φτάνεις στο νοσοκομείο πάντα χαμογελαστός, τα παιδιά άλλωστε δε σου φταίνε σε τίποτα για τα δικά σου προβλήματα. Χαιρετάς τις νοσηλεύτριες ( τη δεύτερη οικογένειά σου). Δάνεια, λογαριασμοί, κούραση από την προηγούμενη εφημερία που τελείωσε πριν από 16 ώρες, διάβασμα, προβλήματα υγείας δικά σου ή των ανθρώπων σου μένουν έξω από την πύλη του νοσοκομείου. Χαιρετάς, χαμογελάς μαζεύεις εξετάσεις και ξεκινάς.

Κάνεις πρώτη επίσκεψη, παρηγορείς τους γονείς,” όλα θα πάνε καλά / οι εξετάσεις βγήκαν καλές/ δυστυχώς θα μείνουμε κι άλλο μέσα ” κάνεις αστεία για να γελάσουν τα παιδιά. Η μαμά από μέσα φωνάζει : ” Αν δε φας το πρωινό σου θα φωνάξω το γιατρό” και ξαφνικά στο μυαλό του αθώου παιδιού γινόμαστε ο μπαμπούλας.
Ξεκινάς να παίρνεις αίματα, να αλλάζεις φλεβοκαθετήρες.

– ” Γιατρέ, να προσέχεις το παιδί μου μην πονέσει”
Αλλοτε βρίσκεις φλέβα με την πρώτη άλλοτε με την τρίτη. Οι γονείς σε περιμένουν άλλοι με καχυποψία κι άλλοι με ευγνωμοσύνη. Πραγματικά δε θέλεις να κλάψει ή να πονέσει κανένα παιδι. Του τραγουδάς, του χαιδεύεις τα μαλλιά και τα χέρια. Τελειώνεις, τα παίρνεις αγκαλία. Μετά από λίγο θα σου φέρουν μια ζωγραφία ” για το γιατρούλη”…
Βουτάς σε ένα σωρό από χαρτιά, να ενημερώσεις φακέλους, να αλλάξεις αγωγές, να φτιάξεις ενημερωτικά. Καθιστή επίσκεψη. Μια γρήγορη μπουκιά από κουλούρι. Επίσκεψη με επιμελητή. Αλλαγές στην αγωγή. Πάλι γράφεις. Ο επιμελητής ζητάει νέες εξετάσεις.

” Γιατρέ θα βγούμε τελικά σήμερα; ” οι εξετασεις δε φαίνονται στο σύστημα. Κατεβαίνεις με τα σκαλιά στα εργαστήρια. Με χαμόγελο ο ταλαιπωρημένος συνάδελφος σου λέει δεν έχει πολλά αντιδραστήρια και θα περιμένει αρκετά δείγματα. Ανεβαίνεις τις σκάλες. Λες να πας τουαλέτα. Κλήση για τοκετό. Δεν πρόλαβες…. Κατεβαίνεις, ντύνεται, πλένεσαι, πονάς μαζί με τη μαμά, σπρώχνει… Βγαίνει, βγήκε.

Στεγνώνεις, εξετάζεις. Apgar 8 στο 1ο, 9 στο 5ο. Γράφεις το φάκελο. Πας εργαστήριο. Θα είναι έτοιμα σε πέντε σου λένε. Προλαβαίνω τουαλέτα; Εχει πάει ήδη 12. Μπαίνεις τουαλέτα. Φασαρία στο διαδρομο, ξεχνάς την τουαλέτα, μπαίνεις βιαστικά στο Γραφειο, άδειο. Ξεκίνησε επίσκεψη ο διευθυντής. Ακολουθείς….
“Που ειναι οι εξετάσεις απο το 502-2; Μα καλά τι κάνετε από το πρωί;”

Τελειώνει η επίσκεψη. Γράφεις πάλι φακέλους, εξιτήρια, συνταγές, ενημερωτικά. Πήγε μια και μισή. Κατεβαίνεις στην κουζίνα. Ξεκινάς να τρως, χτυπάει το beeper. Ήρθε ασθενοφόρο / ήρθε status/ ΔΚΟ. Παίρνεις το ψωμάκι και το τρως ανεβαίνοντας τα σκαλιά. Διεκπαιρώνεις το περιστατικό, βοηθάς λίγο να αραιώσει ο κόσμος. Κάθεσαι να βοηθήσεις το νέο συνάδελφο που αγχώνεται.

Τηλεφωνο από μαιευτήριο. Η πρωινή καισαρική. Το μωρό γογγύζει. Το εξετάζεις, παρακολουθείς, βάζεις οξυγόνο, αποφασίζεις να διακομίσεις, περνάς γραμμή, τηλέφωνο στο ΕΚΑΒ, μιλάς με ΜΕΝΝ. Γράφεις ενημερωτικό, μαζεύεις τα αίματα, ενημερώνεις γονείς. Περιμένεις, έρχεται ασθενοφόρο,ενημερώσεις το πλήρωμα, φεύγουν.

Πήγε έξι. Ανεβαίνεις πάνω, το παιδί στο 506 φτυνει το σιρόπι. Μπαίνεις στο δωμάτιο και διαπραγματεύεσαι. Και να τα μπαλόνια και τα αυτοκόλλητα. Μαζεύεις εξετάσεις, βοηθάς στις εισαγωγές, ξυπνάει ο επιμελητής κάνεις επίσκεψη. Ενημερώνεις φακέλους. Περνάς ξανά απο τους θαλάμους, πάντα κάνοντας αστεία για τα παιδιά. Προλαβαίνω να φάω;

Κατεβαίνεις βιαστικά, πλάκα με τους συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων, με την τραπεζοκόμο. Πήγε 9, να αλλάξω το συνάδελφο. Η αναμονή μεγάλη. Κάνετε διπλό και τριπλό ιατρείο. Οι γονείς φωνάζουν.

μπουκαλάκι φακελάκι εφημερίας. Ειδικευόμενοι eidikeyomeanoi eidikeuomenoi
– Μα πόση ώρα αναμονή! Μόνο εσείς είστε ή οι άλλοι κοιμούνται;
Εγώ σε πληρώνω ( βασικός απλήρωτος εδώ και μήνες είμαι)
– Εμάς μας πληρώνουν 3 ευρώ την ώρα και δεν παίρνουμε φακελάκια ( ναι….κι εμάς μας πληρώνουν 2,5 € την ώρα και τα μόνα φακελάκια έχουν μέσα λογαριασμούς)

Ερχεται άλλος συνάδελφος να σε αλλάξει, κοιτάς το ρολόι, έχει παει δώδεκα. Κάνεις ένα τσιγάρο τράκα στα κλεφτά και συνεχίζετε πάλι μαζί ιατρείο. Εχει πάει πλέον δυο και μισή. Ανεβαίνεις στην κλινική… Με τα πόδια πέντε ορόφους, κάπου εχει σκαλώσει το ασανσέρ. Μιλάς με τη νοσηλεύτρια, βλέπεις τις νοσηλείες, περνάς απο τις νέες εισαγωγές. Σηκωνεσαι να πας στο δωμάτιο. Έχεις δύο ώρες ανάπαυση. Δεν προλαβαίνεις .Χτυπάει το beeper. Το ασθενοφόρο φέρνει παιδί που δεν ανασαίνει. Ολοι κάτω….και ο επιμελητής. Βαρύ παιδί. Διασωληνωμένο. Ερχονται και οι άλλες ειδικότητες. Παιδιά προσέχετε, ψευδομονάδα λέει ο μπαμπάς. Το παιδί λευκό σαν πανί. Κάνεις ΚΑΡΠΑ, περνάμε εναλλάξ όλοι όσο βαστά το σώμα. Ο αναισθησιολόγος και ο καρδιολόγος κουνάνε το κεφάλι τους αρνητικά. Ο επιμελητής ενημερώνει το γονιό. Βγαίνεις έξω. Κλαις με αναφιλητά για ένα λεπτό. Σκουπίζεις δάκρυα με το μανίκι.

Χτυπάει beeper. Ο ένας φεύγει στα εξωτερικά ο άλλος μαιευτήριο. Έκτακτη καισαρική απαρακολούθητη και περιστατικό στα εξωτερικά με ασθενοφόρο. Βγαίνει το παιδί. Ολα καλά, ο κύκλος της ζωής μπροστά σου. Δάκρυα χαράς ή και κούρασης. Κατεβαίνεις εξωτερικά. Το περιστατικό απλός βήχας. Ενα παιδί ροδαλό που αρνείται να βήξει, χωρίς ακροαστικά ευρήματα και με άφθονη οπισθορρινική.

-” Γιατί καλή μου πήρες ασθενοφόρο για ένα βήχα και ξενυχτάς και το παιδί;”
– ” Δεν έχω λεφτά για ταξί. Να με περιμένουν να με πανε πίσω,ε!

– “Ναι, αλλά ταλαιπωρείς και το παιδί και τώρα κάποιος μπορεί να ψυχορραγεί στην άσφαλτο επειδή εσείς αγγαρέψατε το ασθενοφόρο γιατί είπατε ότι το παιδί εχει δύσπνοια!”
– ” Κι εμένα τι με νοιάζει. Και μη μου λες εμένα ότι έχει μόνο μύξες. Κανά σιρόπι δε θα του γράψεις;!;!”

Εξω αναμονή, βήχας από εξαημέρου, φωνάζει γιατί βάζεις πρώτη λήψη τσιγάρου για πλύση.

Η ώρα πάει οκτώ. Κλείνεις εφημερία στις εννέα για να δεις κι όσους ήρθαν καθυστερημένοι.

Μαζεύεις εξετάσεις, επισκέψεις και ό,τι προηγήθηκε μέχρι το μεσημέρι της προηγούμενης.( επισκέψεις, εξετάσεις, εργαστηριακά, τοκετοί). Αλλάζεις, χαιρετάς συναδέλφους και νοσηλεύτριες και φεύγεις με χαμόγελο αφού ευχηθείς καλή βάρδια. Είναι πλέον 4 το απόγευμα.

Πρέπει να φτιάξεις και κάτι να φας. Πας σούπερ μάρκετ. Ο υπάλληλος σου λέει ” όχι με την τσάντα μέσα, να τη βάλετε στα κουτιά με κέρμα που έχει έξω”.

Έχεις 5€ και του ζητάς με χαμόγελο αν έχει να σου χαλάσει κέρμα. Σε κοιτά εκνευρισμένος και σου λέει ” Άσε μας ρε αδελφέ από το πρωί δουλεύω….”

Κοιτάς σαστισμένος και φεύγεις με το χαμόγελο να έχει παγώσει πια. Κάτι θα έχει μείνει στο ψυγείο. Να βιαστώ γιατί σε 12 ώρες έχω εφημερία πάλι…”

Από τον φίλο A.K.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.