Αλήθειες για τις Κετογονικές δίαιτες

Η παχυσαρκία, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), είναι η πανδημία του 21ου αιώνα, με σοβαρές επιπτώσεις παγκοσμίως. Μέχρι σήμερα υποστηρίζεται παγκοσμίως ότι η μειωμένη κατανάλωση λιπαρών είναι επωφελής. Ωστόσο, σημειώνεται πως παρ’ ότι η κατανάλωση λίπους (αλλά και πρωτεϊνών) μειώθηκε στη διατροφή τις τελευταίες δεκαετίες, η μέση κατ’άτομο πρόσληψη θερμίδων αυξήθηκε, εξαιτίας της αυξημένης κατανάλωσης υδατανθράκων. 

 Τι εννοούμε με τον όρο «κετογονική δίαιτα»;

Με τον όρο κετογονική δίαιτα (ΚΤΔ) εννοούμε τα διαιτητικά εκείνα προγράμματα στα οποία η πρόσληψη υδατανθράκων περιορίζεται σε λιγότερα από 50 γραμμάρια την ημέρα (έως 20 γραμμάρια το λιγότερο) και η πλειοψηφία των υπόλοιπων θερμίδων προέρχεται από τα λιπαρά. Η φιλοσοφία της συγκεκριμένης δίαιτας στηρίζεται στο γεγονός ότι περιορίζοντας τους διαιτητικούς υδατάνθρακες, το σώμα μας, αρχικά, χρησιμοποιεί τις αποθήκες υδατανθράκων (γλυκογόνο) ώστε να διατηρήσει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα σταθερά και έπειτα, πολύ σύντομα, ενεργοποιεί και τις αποθήκες λίπους (λιπόλυση), επιτυγχάνοντας γρήγορη απώλεια βάρους.   

Επομένως, το σώμα μας αρχίζει να χρησιμοποιεί ως κύριό του καύσιμο όχι πια τη γλυκόζη, αλλά τα προϊόντα μεταβολισμού του λίπους που ονομάζονται κετόνες. Ωστόσο, σήμερα, εφαρμόζονται διάφορες παραλλαγές της κετογονικής δίαιτας που εστιάζονται, κυρίως, στο βαθμό περιορισμού των υδατανθράκων (από 20 έως 50 γραμμάρια/ ημέρα) αλλά και στην μεγαλύτερη πρόσληψη πρωτεϊνών έναντι λιπαρών.

Η κετογένεση είναι ως γνωστόν η βιοχημική διαδικασία μετασχηματισμού του λίπους σε υποστρώματα ενέργειας, που ονομάζονται κετονικά σώματα. Στην εξελικτική ιστορία του ανθρώπινου είδους υπήρξαν περίοδοι περιστασιακής έλλειψης τροφής ή και φυσικής λιμοκτονίας, όπου η επιβίωση μέχρι την ανεύρεση και πάλι τροφής στηρίχθηκε στον μηχανισμό της κετογένεσης.

Οι χαμηλές σε υδατάνθρακες «κετογόνες» δίαιτες έχουν προσλάβει ιδιαίτερη δημοτικότητα τα τελευταία έτη ως μέσο απώλειας σωματικού βάρους. Δημοσιευμένες μελέτες σχετικά με τις συγκεκριμένες δίαιτες είναι εξαιρετικά ετερογενείς και παραμένει ασαφές σε ποιο βαθμό και για πόσο χρονικό διάστημα πρέπει να περιοριστεί η πρόσληψη των υδατανθράκων μέσω της διατροφής για να προκληθεί ο επιθυμητός βαθμός κέτωσης.

Ανεπιθύμητες ενέργειες-αντενδείξεις

Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι: έμετος, διάρροια/δυσκοιλιότητα, κοιλιακή δυσφορία, έλλειψη ενέργειας ή και πείνα τις πρώτες ημέρες. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί κεφαλαλγία, ραχιαλγία, καθώς επίσης αύξηση της χοληστερόλης λόγω της υψηλής κατανάλωσης λίπους. Σπανιότερα εμφανίζονται κετοξέωση (σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1), αφυδάτωση, νεφρολιθίαση, χολολιθίαση, αύξηση των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινασαιμία), διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις έχει αναφερθεί και αιφνίδιος θάνατος λόγω ανεπάρκειας σεληνίου. Τέλος, μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η παρατεταμένη ΚΤΔ μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές στην οστεοσύνθεση και σε αύξηση δεικτών φλεγμονής. Γίνεται σαφές ότι, η ασφαλής εφαρμογή της κετογενικής διαίτας απαιτεί ιατρική παρακολούθηση.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΚΕΤΟΓΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΙΤΑΣ

ΦΑΣΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

ΧΡΟΝΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

  • Κόπωση
  • Αδυναμία
  • Ζάλη
  • Ναυτία
  • Έμετο
  • Πονοκέφαλο
  • Ευέξαπτη αντίδραση
  • Δυσοσμία αναπνοής
  • Υπογλυκαιμία
  • Πολυουρία
  • Αφυδάτωση
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Υπερουριχαιμία
  • Υπερασβεστιουρία
  • Ανεπάρκεια ιχνοστοιχείων & βιταμινών
  • Νεφρολιθίαση
  • Αύξηση LDL
  • Αύξηση Χοληστερόλης

·         Οι επιπλοκές αυτές συνήθως εξαλείφονται αρκετά εύκολα, είναι στην φάση της απότομης αλλαγής του μεταβολισμού. Στους περισσότερους ανθρώπους διαρκεί την πρώτη εβδομάδα της δίαιτα, αν και σε μερικούς μπορεί να επεκταθεί.

·         Με μια σωστή προετοιμασία και με τις σωστές ρυθμίσεις σπάνια εμφανίζονται αλλά και ρυθμίζονται άμεσα από τον ιατρό με εμπειρία επί του θέματος.

·         Σπάνια εμφανίζονται σε μικρής διάρκειας κετογονικές δίαιτες.

·         Οι επιπλοκές αυτές αφορούν τα προγράμματα μεγάλης διάρκειας (πολλές φορές και για χρόνια) που κατά βάση εφαρμόζονται ως θεραπευτική αγωγή σε διάφορες ασθένειες.

·         Κυρίως αφορούν προγράμματα με μεγάλη περιεκτικότητα σε λιπαρά (60-90% λιπαρά) όπως η δίαιτα Atkins και όχι τα προγράμματα VLCD ή PSMF.

·         Παρ’ όλα αυτά οι περισσότερες μπορούν να εξαλειφθούν και με ειδικούς διαιτητικούς χειρισμούς και φαρμακευτική αγωγή να μην εμφανιστούν.
Τα μακροχρόνια προγράμματα κετογονικής δίαιτας χρειάζονται συνεχή παρακολούθηση και follow-up από ειδικό ιατρό επί του θέματος καθ’ όλη την διάρκεια της θεραπείας.

Ποιο είναι το καλύτερο διαιτολόγιο για μακροπρόθεσμη απώλεια βάρους; 

Προς το παρόν δεν υπάρχει τεκμηριωμένη απάντηση. Επιπλέον, νέες φαρμακευτικές αγωγές και στρατηγικές συμμόρφωσης ερευνώνται στην προσπάθεια διαχείρισης του σοβαρότερου προβλήματος υγείας που έχει αντιμετωπίσει ποτέ ο πλανήτης. Η χρήση κετογονικών διαιτών για τη μείωση του σωματικού βάρους χρονολογείται τουλάχιστον από το 1860, και προτείνεται ως θεραπεία επιλογής στο εγχειρίδιο του William Osler στις αρχές του 1900. Τη δεκαετία του 1970, οι ΚΤΔ έγιναν ευρύτερα γνωστές μέσω της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων της ακραίας και μη ευρύτερα παραδεκτής δίαιτας Atkins. Εν τούτοις, κατά τα τελευταία 15 έτη, πολλές τυχαιοποιημένες μελέτες και ανασκοπήσεις επιβεβαιώνουν τη σχετική ασφάλεια, αλλά και την καλή βραχυ- και μεσοπρόθεσμη αποτελεσματικότητά τους.

Σε μια μετα-ανάλυση 13 τυχαιοποιημένων μελετών με διάρκεια παρακολούθησης 12 τουλάχιστον μηνών (1.415 ασθενείς), οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα άτομα που ακολούθησαν δίαιτες πολύ χαμηλών θερμίδων και χαμηλών υδατανθράκων (<50 g/ημέρα, δηλαδή κατά βάση λίαν ΚΤΔ) πέτυχαν μεσοπρόθεσμα σε σχέση με ισοενεργητικές δίαιτες χαμηλών λιπαρών αξιοσημείωτα μεγαλύτερη μείωση του σωματικού βάρους, σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης και των τριγλυκεριδίων, αύξηση της LDL-χοληστερόλης, καθώς και αύξηση της HDL-χοληστερόλης. 

Επιπλέον, σύμφωνα με την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια Τροφίμων (EFSA), μια ΚΤΔ δίαιτα οδηγεί με ασφάλεια σε ταχεία απώλεια σωματικού βάρους. Οι μηχανισμοί της αποτελεσματικότητας των ΚΤΔ δεν είναι προς το παρόν πολύ καλά αποσαφηνισμένοι. Με βάση τα ερευνητικά δεδομένα φαίνεται ότι οι ΚΤΔ προκαλούν μείωση της πείνας μέσω μηχανισμών κορεσμού από τις πρωτεΐνες, μέσω επίδρασης στις ορμόνες που ελέγχουν την όρεξη και μέσω άμεσης δράσης των κετονικών σωμάτων. Η αλλαγή της σχέσης ινσουλίνης/γλυκαγόνη που προκαλείται από τη μείωση της κατανάλωσης των υδατανθράκων αναστέλλει τη λιπογένεση και αυξάνει τη λιπόλυση με απ’ ευθείας δράσεις στη λιποπρωτεϊνική και στην ορμονοευαίσθητη λιπάση. Η καλύτερη ενεργειακή απόδοση των ΚΤΔ επιβεβαιώνεται από τη μείωση του αναπνευστικού πηλίκου ηρεμίας μέχρι και κατά 30%. Η μεγάλη μείωση της πρόσληψης των υδατανθράκων διατηρεί τον μηχανισμό της γλυκονεογένεσης σε συνεχή λειτουργία, προκειμένου να συμπληρώνονται τα 80–90 g γλυκόζης που είναι απαραίτητα ανά ημέρα για τα γλυκοζοεξαρτώμενα όργανα (ερυθρά αιμοσφαίρια, μυελός) και την κάλυψη του 25% των ενεργειακών αναγκών του κεντρικού νευρικού συστήματος. Το ενεργειακό κόστος της λειτουργίας της γλυκονεογένεσης φθάνει έως και τις 600 θερμίδες ενεργειακής δαπάνης ανά ημέρα. Εκτός αυτών, τα κετονικά σώματα και η γλυκαγόνη αυξάνουν τη θερμογένεση στον φαιό λιπώδη ιστό, που φαίνεται να είναι ένας από τους μηχανισμούς διατήρησης του βασικού μεταβολικού ρυθμού, γεγονός που δεν συμβαίνει στις χαμηλού λίπους δίαιτες. Επί πλέον, η ΚΤΔ διασφαλίζει καλύτερα τη σταθεροποίηση της απώλειας, γιατί μειώνει ελάχιστα την 24ωρη κατανάλωση ενέργειας, σε σχέση με τις χαμηλού λίπους δίαιτες, οι οποίες μπορεί να τη μειώσουν έως και 400 θερμίδες ανά ημέρα. Η αρχική σημαντική μείωση του βάρους που επιτυγχάνουν οι ΚΤΔ στους πρώτους 6 μήνες φαίνεται ότι είναι κύριος καθοριστικός παράγοντας για την καλύτερη μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση. 

Είναι η κετογονική δίαιτα η λύση στο αδυνάτισμα;

Τα ανωτέρω υποδηλώνουν ότι η εφαρμογή ΚΤΔ σε ασθενείς με παχυσαρκία είναι περισσότερο επωφελής σε σχέση με άλλου τύπου δίαιτες. Ασφαλώς όμως προέχει η συνολική μείωση της προσλαμβανόμενης ενέργειας. Πάντως τονίζεται ότι οι πολύ μακροχρόνιες και αυστηρές ΚΤΔ είναι απορριπτέες, επειδή δυνητικά θεωρούνται επικίνδυνες. Οι ΚΤΔ πρέπει να εφαρμόζονται για διάστημα λίγων μηνών. Στη συνέχεια συνιστάται η προοδευτική αύξηση της αναλογίας των υδατανθράκων έως τα επίπεδα του 45–60% του συνόλου των θερμίδων, όπως αναφέρεται από την EFSA71 (σε πρόσφατη μελέτη φαίνεται ότι το επίπεδο του 50% είναι το ασφαλέστερο για την υγεία).

Ναούμ Συμεών, MD, MSc

Leave a Reply

Your email address will not be published.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.